μποξάς
•
- λαϊκότροποσάλι Βικιλεξικό
- λαϊκότροπούφασμα με το οποίο τυλίγουμε διάφορα πράγματα ή ρούχα σχηματίζοντας μπόγο μεταφοράς τους Βικιλεξικό
- Ο Τρύφωνας είχε μόνο τον μποξά με τις αλλαξιές που του ετοίμασε η Μάρθα και το ρολόι του σταθμού, που το έβαλε και αυτό στον μποξά.
Ετυμολογία
μποξάς < τουρκική bohça < οθωμανική τουρκική بوغچه (boğça) < بوغ + ـجه
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μποξάς | μποξάδες |
| Γενική | μποξά | μποξάδων |
| Αιτιατική | μποξά | μποξάδες |
| Κλητική | μποξά | μποξάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →