Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μποξάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποσάλι Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροπούφασμα με το οποίο τυλίγουμε διάφορα πράγματα ή ρούχα σχηματίζοντας μπόγο μεταφοράς τους Βικιλεξικό
    • Ο Τρύφωνας είχε μόνο τον μποξά με τις αλλαξιές που του ετοίμασε η Μάρθα και το ρολόι του σταθμού, που το έβαλε και αυτό στον μποξά.

Ετυμολογία

μποξάς < τουρκική bohça < οθωμανική τουρκική بوغچه (boğça) < بوغ + ـجه

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμποξάςμποξάδες
Γενικήμποξάμποξάδων
Αιτιατικήμποξάμποξάδες
Κλητικήμποξάμποξάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →