Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπορετός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που είναι δυνατόν να γίνει, που υπάρχει η δυνατότητα να υλοποιηθεί, υλοποιήσιμος, εφικτός, πραγματοποιήσιμος Βικιλεξικό
    • Ας ήταν μπορετό να σου' δινα κι απ' της καντήλας μου το λάδι (Χρυσάνθη Ζιτσαία, "Το φώς τ' ανέσπερο")
  2. μεταφορικάαυτό που μπορείς να αντέξεις ψυχικά Βικιλεξικό
    • Δεν είναι μπορετό να ζήσω μακριά σου (μου είναι αφόρητο)

Ετυμολογία

μπορετός < μεσαιωνική ελληνική ἐμπορετός < ἐμπορῶ και ἠμπορῶ (υπήρξε και γραφή εἰμπορῶ)< πιθανόν ή από την αρχαία ελληνική εὐπορέω-εὐπορῶ ή από την επίσης αρχαία ελληνική ἐμπορικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπορετόςμπορετήμπορετό
Γενικήμπορετούμπορετήςμπορετού
Αιτιατικήμπορετόμπορετήμπορετό
Κλητικήμπορετέμπορετήμπορετό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπορετοίμπορετέςμπορετά
Γενικήμπορετώνμπορετώνμπορετών
Αιτιατικήμπορετούςμπορετέςμπορετά
Κλητικήμπορετοίμπορετέςμπορετά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →