μποσικάδα
•
- λαϊκότροποτο να είναι κάποιος ή κάτι μπόσικο(ς) Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτο να είναι κάποιος ή κάτι μπόσικο(ς) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μποσικάδα < μπόσικ(ος) + -άδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μποσικάδα | μποσικάδες |
| Γενική | μποσικάδας | μποσικάδων |
| Αιτιατική | μποσικάδα | μποσικάδες |
| Κλητική | μποσικάδα | μποσικάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →