μποστανάκι
•
- μικρό μποστάνι Βικιλεξικό
- μικρό χωράφι, καλλιεργούμενο με λαχανικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μποστανάκι < μποστάνι + κατάληξη υποκοριστικού -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μποστανάκι | μποστανάκια |
| Γενική | μποστανακιού | μποστανακιών |
| Αιτιατική | μποστανάκι | μποστανάκια |
| Κλητική | μποστανάκι | μποστανάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →