Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μποσταντζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόαυτός που καλλιεργεί μποστάνι Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόο κηπουρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μποσταντζής < μεσαιωνική ελληνική μποσταντζής < τουρκική bostancı < οθωμανική τουρκική بوستانجی (bostancı) < بوستان (bôstân) < περσική بوستان (bôstân, κήπος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμποσταντζήςμποσταντζήδες
Γενικήμποσταντζήμποσταντζήδων
Αιτιατικήμποσταντζήμποσταντζήδες
Κλητικήμποσταντζήμποσταντζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →