Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μποτάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικό του μπότα Βικιλεξικό
    • χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
  2. υποκοριστικό του μποτ Βικιλεξικό
  3. διαδικτυακή αργκόοι υπηρέτες (μίνιον) σε παιχνίδια πολλαπλών παικτών (μουλτιπλέιερ) που πολεμούν μαζί με τους παίκτες, υποκοριστική η λέξη λόγω των μικρότερων μεγεθών τους σε σύγκριση με τους παίκτες Βικιλεξικό
    • Άμα πας στο μίνιον λέιν, μπορείς να επιτεθείς στα μποτάκια για να κερδίσεις χρυσό και εμπειρία.

Ετυμολογία

μποτάκι < μπότα + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμποτάκιμποτάκια
Γενική——
Αιτιατικήμποτάκιμποτάκια
Κλητικήμποτάκιμποτάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →