Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μποτίλια

/boˈti.ʎa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γυάλινο μπουκάλι, που μέσα του τοποθετούνται διάφορα υγρά Βικιλεξικό
    • Μήτε τα κτήματά τους ξεύρει, μήτε το σπίτι του πονεί, μόνον κάθεται απ' το πρωί ως τα μεσάνυχτα με την μποτίλια του ρακιού μπροστά του, κάθεται σαν τόπακας μέσ' στο χαρέμι. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο Μοσκώβ-Σελήμ)
    • Και μέσα στα μαγαζιά οι έμποροι μετρούσαν με την πήχη, σκίζανε χασέδες, οι μπακάληδες γέμιζαν χαρτουλίνες και μποτίλιες, οι τσαρουχάδες χτυπούσαν τα πετσιά, οι καποτάδες ράβαν καθισμένοι σταυροπόδι, ο ντελάλης φώναζε και τα μπακαλόπουλα γυρνούσαν βρόμικα και κουβαλούσανε ξυπόλητα νερό. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Η Αννιώ, 1923)
  2. μεταλλικό επίμηκες δοχείο, που μέσα του τοποθετούνται διάφορα αέρια υπό πίεση Βικιλεξικό
    • Ανάμεσα στους τιμηθέντες ήταν και ο Ιταλός Ρέινολτ Μέσνερ ο οποίος έγινε ο πρώτος ορειβάτης που ανέβηκε επάνω χωρίς να χρησιμοποιήσει μποτίλια οξυγόνου καθώς και ο πρώτος άνθρωπος ο οποίος κατέκτησε τις 14 υψηλότερες κορυφές του πλανήτη. (*)

Ετυμολογία

μποτίλια < (άμεσο δάνειο) ιταλική bottiglia < γαλλική bouteille < λατινική butticula < buttis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰeHw-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμποτίλιαμποτίλιες
Γενικήμποτίλιαςμποτιλιών
Αιτιατικήμποτίλιαμποτίλιες
Κλητικήμποτίλιαμποτίλιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →