μποτσόνι
•
- ιδιωματικόμπουκάλι (για νερό, κρασί κ.ά.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μποτσόνι < ιταλική boccione < boccia < λατινική buttia < buttis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰeHw- (πρήζω, φουσκώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μποτσόνι | μποτσόνια |
| Γενική | μποτσονιού | μποτσονιών |
| Αιτιατική | μποτσόνι | μποτσόνια |
| Κλητική | μποτσόνι | μποτσόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →