μπουγέλωμα
•
- το να ρίχνει κάποιος νερό σε άλλο άτομο με σκοπό να τον κάνει μούσκεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουγέλωμα < μπουγελώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουγέλωμα | μπουγελώματα |
| Γενική | μπουγελώματος | μπουγελωμάτων |
| Αιτιατική | μπουγέλωμα | μπουγελώματα |
| Κλητική | μπουγέλωμα | μπουγελώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →