μπουγαδοκαβγάς
•
- καβγάς που γίνεται με αφορμή μια μπουγάδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουγαδοκαβγάς < μπουγάδα + -ο- + καβγάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουγαδοκαβγάς | μπουγαδοκαβγάδες |
| Γενική | μπουγαδοκαβγά | μπουγαδοκαβγάδων |
| Αιτιατική | μπουγαδοκαβγά | μπουγαδοκαβγάδες |
| Κλητική | μπουγαδοκαβγά | μπουγαδοκαβγάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →