μπουγαδοκόφινο
•
- κοφίνι όπου συγκεντρώνονται τα ρούχα για πλύσιμο ή για άπλωμα και στέγνωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουγαδοκόφινο < μπουγάδ(α) + -ο- + κοφίν(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουγαδοκόφινο | μπουγαδοκόφινα |
| Γενική | μπουγαδοκόφινου | μπουγαδοκόφινων |
| Αιτιατική | μπουγαδοκόφινο | μπουγαδοκόφινα |
| Κλητική | μπουγαδοκόφινο | μπουγαδοκόφινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →