μπουγελώνω
•
- ρίχνω νερό σε άλλο άτομο με σκοπό να τον κάνω μούσκεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουγελώνω < μπουγέλ(ο) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπουγελώνω | μπουγελώνεις | μπουγελώνει | μπουγελώνουμε | μπουγελώνετε | μπουγελώνουν / μπουγελώνουνε |
| Παρατατικός | μπουγέλωνα | μπουγέλωνες | μπουγέλωνε | μπουγελώναμε | μπουγελώνατε | μπουγέλωναν / μπουγελώναν / μπουγελώνανε |
| Αόριστος | μπουγέλωσα | μπουγέλωσες | μπουγέλωσε | μπουγελώσαμε | μπουγελώσατε | μπουγέλωσαν / μπουγελώσαν / μπουγελώσανε |
| Μέλλοντας | θα μπουγελώνω / θα μπουγελώσω | θα μπουγελώνεις / θα μπουγελώσεις | θα μπουγελώνει / θα μπουγελώσει | θα μπουγελώνουμε / θα μπουγελώσουμε | θα μπουγελώνετε / θα μπουγελώσετε | θα μπουγελώνουν / θα μπουγελώνουνε / θα μπουγελώσουν / θα μπουγελώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπουγελώσει | έχεις μπουγελώσει | έχει μπουγελώσει | έχουμε μπουγελώσει | έχετε μπουγελώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπουγελώσει | είχες μπουγελώσει | είχε μπουγελώσει | είχαμε μπουγελώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπουγελώσει / να μπουγελώνω / να μπουγελώσω | να έχεις μπουγελώσει / να μπουγελώνεις / να μπουγελώσεις | να έχει μπουγελώσει / να μπουγελώνει / να μπουγελώσει | να έχουμε μπουγελώσει / να μπουγελώνουμε / να μπουγελώσουμε | να έχετε μπουγελώσει / να μπουγελώνετε / να μπουγελώσετε | να μπουγελώνουν / να μπουγελώνουνε / να μπουγελώσουν / να μπουγελώσουνε |
| Προστακτική | — | μπουγέλωνε / μπουγέλωσε | — | — | μπουγελώνετε / μπουγελώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →