Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουγελώνω

ρήμα
•
  1. ρίχνω νερό σε άλλο άτομο με σκοπό να τον κάνω μούσκεμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπουγελώνω < μπουγέλ(ο) + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμπουγελώνωμπουγελώνειςμπουγελώνειμπουγελώνουμεμπουγελώνετεμπουγελώνουν / μπουγελώνουνε
Παρατατικόςμπουγέλωναμπουγέλωνεςμπουγέλωνεμπουγελώναμεμπουγελώνατεμπουγέλωναν / μπουγελώναν / μπουγελώνανε
Αόριστοςμπουγέλωσαμπουγέλωσεςμπουγέλωσεμπουγελώσαμεμπουγελώσατεμπουγέλωσαν / μπουγελώσαν / μπουγελώσανε
Μέλλονταςθα μπουγελώνω / θα μπουγελώσωθα μπουγελώνεις / θα μπουγελώσειςθα μπουγελώνει / θα μπουγελώσειθα μπουγελώνουμε / θα μπουγελώσουμεθα μπουγελώνετε / θα μπουγελώσετεθα μπουγελώνουν / θα μπουγελώνουνε / θα μπουγελώσουν / θα μπουγελώσουνε
Παρακείμενοςέχω μπουγελώσειέχεις μπουγελώσειέχει μπουγελώσειέχουμε μπουγελώσειέχετε μπουγελώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μπουγελώσειείχες μπουγελώσειείχε μπουγελώσειείχαμε μπουγελώσει——
Υποτακτικήνα έχω μπουγελώσει / να μπουγελώνω / να μπουγελώσωνα έχεις μπουγελώσει / να μπουγελώνεις / να μπουγελώσειςνα έχει μπουγελώσει / να μπουγελώνει / να μπουγελώσεινα έχουμε μπουγελώσει / να μπουγελώνουμε / να μπουγελώσουμενα έχετε μπουγελώσει / να μπουγελώνετε / να μπουγελώσετενα μπουγελώνουν / να μπουγελώνουνε / να μπουγελώσουν / να μπουγελώσουνε
Προστακτική—μπουγέλωνε / μπουγέλωσε——μπουγελώνετε / μπουγελώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →