Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουγιόζικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πληθωρικός και φασαριόζος Βικιλεξικό
  2. που φαίνεται ωραίος επιφανειακά αλλά δεν έχει ουσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπουγιόζικοςμπουγιόζικημπουγιόζικο
Γενικήμπουγιόζικουμπουγιόζικηςμπουγιόζικου
Αιτιατικήμπουγιόζικομπουγιόζικημπουγιόζικο
Κλητικήμπουγιόζικεμπουγιόζικημπουγιόζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπουγιόζικοιμπουγιόζικεςμπουγιόζικα
Γενικήμπουγιόζικωνμπουγιόζικωνμπουγιόζικων
Αιτιατικήμπουγιόζικουςμπουγιόζικεςμπουγιόζικα
Κλητικήμπουγιόζικοιμπουγιόζικεςμπουγιόζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →