μπουζουκτσής
•
- μουσικήο οργανοπαίκτης που παίζει μπουζούκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουζουκτσής < μπουζούκ(ι) + -τσής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουζουκτσής | μπουζουκτσήδες |
| Γενική | μπουζουκτσή | μπουζουκτσήδων |
| Αιτιατική | μπουζουκτσή | μπουζουκτσήδες |
| Κλητική | μπουζουκτσή | μπουζουκτσήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →