μπουζουριάζω
•
- αργκόσυλλαμβάνω κάποιον και τον οδηγώ στη φυλακή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουζουριάζω < μπουζού
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπουζουριάζω | μπουζουριάζεις | μπουζουριάζει | μπουζουριάζουμε | μπουζουριάζετε | μπουζουριάζουν / μπουζουριάζουνε |
| Παρατατικός | μπουζούριαζα | μπουζούριαζες | μπουζούριαζε | μπουζουριάζαμε | μπουζουριάζατε | μπουζουριάζαν / μπουζουριάζανε / μπουζούριαζαν |
| Αόριστος | μπουζούριασα | μπουζούριασες | μπουζούριασε | μπουζουριάσαμε | μπουζουριάσατε | μπουζουριάσαν / μπουζουριάσανε / μπουζούριασαν |
| Μέλλοντας | θα μπουζουριάζω / θα μπουζουριάσω | θα μπουζουριάζεις / θα μπουζουριάσεις | θα μπουζουριάζει / θα μπουζουριάσει | θα μπουζουριάζουμε / θα μπουζουριάσουμε | θα μπουζουριάζετε / θα μπουζουριάσετε | θα μπουζουριάζουν / θα μπουζουριάζουνε / θα μπουζουριάσουν / θα μπουζουριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπουζουριάσει | έχεις μπουζουριάσει | έχει μπουζουριάσει | έχουμε μπουζουριάσει | έχετε μπουζουριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπουζουριάσει | είχες μπουζουριάσει | είχε μπουζουριάσει | είχαμε μπουζουριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπουζουριάσει / να μπουζουριάζω / να μπουζουριάσω | να έχεις μπουζουριάσει / να μπουζουριάζεις / να μπουζουριάσεις | να έχει μπουζουριάσει / να μπουζουριάζει / να μπουζουριάσει | να έχουμε μπουζουριάσει / να μπουζουριάζουμε / να μπουζουριάσουμε | να έχετε μπουζουριάσει / να μπουζουριάζετε / να μπουζουριάσετε | να μπουζουριάζουν / να μπουζουριάζουνε / να μπουζουριάσουν / να μπουζουριάσουνε |
| Προστακτική | — | μπουζούριαζε / μπουζούριασε | — | — | μπουζουριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μπουζουριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →