μπουκάλα
•
- μεγάλο μπουκάλι και, συνήθως, με μεγάλο στόμιο Βικιλεξικό
- μακρόστενο κυλινδρικό δοχείο για αέρια Βικιλεξικό
- είναι πολύ δύσκολο να βρεις σήμερα άδεια μπουκάλα γκαζιού
- κατ’ επέκτασητο περιεχόμενο αυτού του δοχείου σαν μονάδα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάπαρεΐστικο παιχνίδι όπου κάθονται όλοι σε κύκλο ενώ κάθε φορά ένας παίκτης στριφογυρίζει στο πάτωμα κάποιο μπουκάλι και υποχρεώνει όποιον δείχνει το στόμιο, όταν σταματήσει να γυρίζει, να κάνει κάτι (είτε προσυμφωνημένο είτε κάτι που αποφασίζεται εκείνη τη στιγμή) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουκάλα < μπουκάλ(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουκάλα | μπουκάλες |
| Γενική | μπουκάλας | — |
| Αιτιατική | μπουκάλα | μπουκάλες |
| Κλητική | μπουκάλα | μπουκάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →