μπουκέτο
•
- κυριολεκτικάη ανθοδέσμη Βικιλεξικό
- μεταφορικάμπουνιά Βικιλεξικό
- Χτες το βράδυ στο κλαμπ έγινε ένας τσαμπουκάς κι έπεσαν πολλά μπουκέτα, φίλε.
Ετυμολογία
μπουκέτο < γαλλική bouquet < παλαιά γαλλική bochet < bois < μεσαιωνική λατινική boscus < φραγκική *busk < πρωτογερμανική *buskaz (θάμνος, αλσύλλιο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰuH- (αναπτύσσω, μεγαλώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουκέτο | μπουκέτα |
| Γενική | μπουκέτου | μπουκέτων |
| Αιτιατική | μπουκέτο | μπουκέτα |
| Κλητική | μπουκέτο | μπουκέτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →