μπουκλέ
•
- που σχηματίζει μπούκλες Βικιλεξικό
- ενδυμασίαγια ύφασμα που η ύφανσή του σχηματίζει μπούκλες Βικιλεξικό
- μπουκλέ ύφασμα
Ετυμολογία
μπουκλέ < γαλλική bouclé < boucler < boucle < λατινική buccula, υποκοριστικό του bucca
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →