Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουκώνω

/buˈko.no/ρήμα
•
  1. για τροφήπαραγεμίζω το στόμα κάποιου με τροφή Βικιλεξικό
  2. για τροφήχορταίνω από το πολύ φαΐ Βικιλεξικό
  3. για τροφήπροκαλώ κορεσμό από την υπερβολή Βικιλεξικό
  4. αμετάβατομε τη σημασία: φράζω Βικιλεξικό
    • μπούκωσε η μηχανή, μπούκωσε η μύτη μου
  5. μεταβατικόμε τη σημασία: φράζω Βικιλεξικό
    • Μην ανοίγεις πολύ το γκάζι όταν κατεβάζεις τη μανιβέλα, γιατί θα το μπουκώσεις.

Ετυμολογία

μπουκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐμπουκώνω (< ἐμβουκώνω) με σίγηση του αρχικού άτονου φωνήεντος < μπούκ(α) (βούκα) + -ώνω. Δε σχετίζεται το μπουκάρω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμπουκώνωμπουκώνειςμπουκώνειμπουκώνουμεμπουκώνετεμπουκώνουν / μπουκώνουνε
Παρατατικόςμπούκωναμπούκωνεςμπούκωνεμπουκώναμεμπουκώνατεμπουκώναν / μπουκώνανε / μπούκωναν
Αόριστοςμπούκωσαμπούκωσεςμπούκωσεμπουκώσαμεμπουκώσατεμπουκώσαν / μπουκώσανε / μπούκωσαν
Μέλλονταςθα μπουκώνω / θα μπουκώσωθα μπουκώνεις / θα μπουκώσειςθα μπουκώνει / θα μπουκώσειθα μπουκώνουμε / θα μπουκώσουμεθα μπουκώνετε / θα μπουκώσετεθα μπουκώνουν / θα μπουκώνουνε / θα μπουκώσουν / θα μπουκώσουνε
Παρακείμενοςέχω μπουκώσειέχεις μπουκώσειέχει μπουκώσειέχουμε μπουκώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα μπουκώσειείχες μπουκώσειείχε μπουκώσει———
Υποτακτικήνα έχω μπουκώσει / να μπουκώνω / να μπουκώσωνα έχεις μπουκώσει / να μπουκώνεις / να μπουκώσειςνα έχει μπουκώσει / να μπουκώνει / να μπουκώσεινα έχουμε μπουκώσει / να μπουκώνουμε / να μπουκώσουμενα μπουκώνετε / να μπουκώσετενα μπουκώνουν / να μπουκώνουνε / να μπουκώσουν / να μπουκώσουνε
Προστακτική—μπούκωνε / μπούκωσε——μπουκώνετε / μπουκώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μπουκώθηκαμπουκώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →