μπουκώνω
•
- για τροφήπαραγεμίζω το στόμα κάποιου με τροφή Βικιλεξικό
- για τροφήχορταίνω από το πολύ φαΐ Βικιλεξικό
- για τροφήπροκαλώ κορεσμό από την υπερβολή Βικιλεξικό
- αμετάβατομε τη σημασία: φράζω Βικιλεξικό
- μπούκωσε η μηχανή, μπούκωσε η μύτη μου
- μεταβατικόμε τη σημασία: φράζω Βικιλεξικό
- Μην ανοίγεις πολύ το γκάζι όταν κατεβάζεις τη μανιβέλα, γιατί θα το μπουκώσεις.
Ετυμολογία
μπουκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐμπουκώνω (< ἐμβουκώνω) με σίγηση του αρχικού άτονου φωνήεντος < μπούκ(α) (βούκα) + -ώνω. Δε σχετίζεται το μπουκάρω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπουκώνω | μπουκώνεις | μπουκώνει | μπουκώνουμε | μπουκώνετε | μπουκώνουν / μπουκώνουνε |
| Παρατατικός | μπούκωνα | μπούκωνες | μπούκωνε | μπουκώναμε | μπουκώνατε | μπουκώναν / μπουκώνανε / μπούκωναν |
| Αόριστος | μπούκωσα | μπούκωσες | μπούκωσε | μπουκώσαμε | μπουκώσατε | μπουκώσαν / μπουκώσανε / μπούκωσαν |
| Μέλλοντας | θα μπουκώνω / θα μπουκώσω | θα μπουκώνεις / θα μπουκώσεις | θα μπουκώνει / θα μπουκώσει | θα μπουκώνουμε / θα μπουκώσουμε | θα μπουκώνετε / θα μπουκώσετε | θα μπουκώνουν / θα μπουκώνουνε / θα μπουκώσουν / θα μπουκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπουκώσει | έχεις μπουκώσει | έχει μπουκώσει | έχουμε μπουκώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπουκώσει | είχες μπουκώσει | είχε μπουκώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπουκώσει / να μπουκώνω / να μπουκώσω | να έχεις μπουκώσει / να μπουκώνεις / να μπουκώσεις | να έχει μπουκώσει / να μπουκώνει / να μπουκώσει | να έχουμε μπουκώσει / να μπουκώνουμε / να μπουκώσουμε | να μπουκώνετε / να μπουκώσετε | να μπουκώνουν / να μπουκώνουνε / να μπουκώσουν / να μπουκώσουνε |
| Προστακτική | — | μπούκωνε / μπούκωσε | — | — | μπουκώνετε / μπουκώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μπουκώθηκαμπουκώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →