μπουλασίκης
•
- μειωτικόάνθρωπος βρόμικος, ανέντιμος, ενοχλητικός Βικιλεξικό
- ιδιωματικόενοχλητικός, γλοιώδης, πολυλογάς άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουλασίκης < προέλευσης από την οθωμανική τουρκική بولاشق (bulaşık) [< οθωμανικά τουρκικά بولاشمق (bulaşmak), τουρκική γλώσσα bulaşmak (βρομίζω, μολύνω)]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουλασίκης | μπουλασίκηδες |
| Γενική | μπουλασίκη | μπουλασίκηδων |
| Αιτιατική | μπουλασίκη | μπουλασίκηδες |
| Κλητική | μπουλασίκη | μπουλασίκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →