μπουλούκι
•
- ασύντακτη ομάδα ατόμων Βικιλεξικό
- Μπουλούκια παιδιά ζητιάνευαν στους δρόμους κι αρπούσαν ό,τι έβρισκαν που να μασιέται. (Ασημάκης Πανσέληνος (1974) Τότε που ζούσαμε [μυθιστόρημα])
- περιοδεύων θίασος στην επαρχία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουλούκι < (άμεσο δάνειο) αλβανική buluk + -ι ή απευθείας < (άμεσο δάνειο) τουρκική bölük (στρατιωτικό σώμα ατάκτων) < bölmek (μοιράζω, διανέμω) Διαφορετικής ετυμολογίας το μπουλούκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουλούκι | μπουλούκια |
| Γενική | μπουλουκιού | μπουλουκιών |
| Αιτιατική | μπουλούκι | μπουλούκια |
| Κλητική | μπουλούκι | μπουλούκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →