μπουμπάρι
•
- παρωχημένοτο παχύ έντερο βοοειδών και προβάτων Βικιλεξικό
- παρωχημένοείδος φαγητού, το οποίο παρασκευάζεται με γέμιση του παχέος εντέρου βοοειδών ή προβάτων με συκώτι, κιμά, ρύζι κ.ά. Βικιλεξικό
- παρωχημένοείδος τρίχινης στέκας για τα γυναικεία μαλλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουμπάρι < τουρκική bumbar < περσική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουμπάρι | μπουμπάρια |
| Γενική | μπουμπαριού | μπουμπαριών |
| Αιτιατική | μπουμπάρι | μπουμπάρια |
| Κλητική | μπουμπάρι | μπουμπάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →