μπουμπουνίζω
•
- αμετάβατοκάνω ένα θόρυβο που ακούγεται σαν "μπου-μπου" (ενώ καίω με μεγάλη φλόγα) Βικιλεξικό
- μεταβατικόρίχνω στη φωτιά πολλά ξύλα για να αυξηθεί η φλόγα Βικιλεξικό
- μεταφορικάχρησιμοποιώ μεγάλες ποσότητες κάποιου υλικού Βικιλεξικό
- μπουμπούνισε το φαγητό στο αλάτι και δεν τρώγεται
- μεταβατικόκαταφέρω χτύπημα, πλήγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουμπουνίζω < (ηχομιμητική λέξη) (μπου μπου)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπουμπουνίζω | μπουμπουνίζεις | μπουμπουνίζει | μπουμπουνίζουμε | μπουμπουνίζετε | μπουμπουνίζουν / μπουμπουνίζουνε |
| Παρατατικός | μπουμπούνιζα | μπουμπούνιζες | μπουμπούνιζε | μπουμπουνίζαμε | μπουμπουνίζατε | μπουμπουνίζαν / μπουμπουνίζανε / μπουμπούνιζαν |
| Αόριστος | μπουμπούνισα | μπουμπούνισες | μπουμπούνισε | μπουμπουνίσαμε | μπουμπουνίσατε | μπουμπουνίσαν / μπουμπουνίσανε / μπουμπούνισαν |
| Μέλλοντας | θα μπουμπουνίζω / θα μπουμπουνίσω | θα μπουμπουνίζεις / θα μπουμπουνίσεις | θα μπουμπουνίζει / θα μπουμπουνίσει | θα μπουμπουνίζουμε / θα μπουμπουνίσουμε | θα μπουμπουνίζετε / θα μπουμπουνίσετε | θα μπουμπουνίζουν / θα μπουμπουνίζουνε / θα μπουμπουνίσουν / θα μπουμπουνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπουμπουνίσει | έχεις μπουμπουνίσει | έχει μπουμπουνίσει | έχουμε μπουμπουνίσει | έχετε μπουμπουνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπουμπουνίσει | είχες μπουμπουνίσει | είχε μπουμπουνίσει | είχαμε μπουμπουνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπουμπουνίσει / να μπουμπουνίζω / να μπουμπουνίσω | να έχεις μπουμπουνίσει / να μπουμπουνίζεις / να μπουμπουνίσεις | να έχει μπουμπουνίσει / να μπουμπουνίζει / να μπουμπουνίσει | να έχουμε μπουμπουνίσει / να μπουμπουνίζουμε / να μπουμπουνίσουμε | να έχετε μπουμπουνίσει / να μπουμπουνίζετε / να μπουμπουνίσετε | να μπουμπουνίζουν / να μπουμπουνίζουνε / να μπουμπουνίσουν / να μπουμπουνίσουνε |
| Προστακτική | — | μπουμπούνιζε / μπουμπούνισε | — | — | μπουμπουνίζετε / μπουμπουνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →