μπουνίδι
•
- προφορικόπολλές και συνεχείς μπουνιές Βικιλεξικό
- Τσακώθηκαν και άρχισε να πέφτει μπουνίδι.
Ετυμολογία
μπουνίδι < μπουν(ιά) + -ίδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουνίδι | μπουνίδια |
| Γενική | μπουνιδιού | μπουνιδιών |
| Αιτιατική | μπουνίδι | μπουνίδια |
| Κλητική | μπουνίδι | μπουνίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →