μπουντουάρ
•
- έπιπλο σε κρεβατοκάμαρα ή άλλο δωμάτιο με καθρέφτη και χώρο για την τοποθέτηση κοσμημάτων, καλλυντικών κ.λπ. Βικιλεξικό
- παρωχημένομικρό σαλονάκι με εκλεπτυσμένη διακόσμηση, όπου η οικοδέσποινα καθόταν μόνη ή με τη συντροφιά πολύ στενών φίλων της Βικιλεξικό
- πήραν το τσάι τους στο μπουντουάρ
- Όταν μπήκαν στο μπουντουάρ της οι τρεις άντρες, η Μαρίκα αγνόησε τη χαριτωμένη κοζερί και τα κομπλιμέντα των δύο συνοδών του, και κάρφωσε το βλέμμα της σ' εκείνον που δε μιλούσε πολύ , δε χαριεντιζόταν, μόνο την κοιτούσε σιωπηλός (Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδ. Πατάκη, 2020)
Ετυμολογία
μπουντουάρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική boudoir < bouder + -oir < πρωτογερμανική *būd- *beud- / *buzda- / *bus- (φουσκώνω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *beu- / *bu- / *bʰew-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →