μπουντρούμι
•
- φυλακή στα υπόγεια ενός κτιρίου αλλά και το ανήλιαγο, πολύ στενόχωρο κελί Βικιλεξικό
- Απ’ τα μπουντρούμια κι απ’ την εξορία/νέα του κόσμου ξεκινά η ιστορία (Κωνσταντίνος Καβάφης, "Η ώρα φτάνει")
- Τα μπουντρούμια της ΕΑΤ-ΕΣΑ (χώρος εγκλεισμού και βασανισμού στην περίοδο της δικτατορίας)
- κατ’ επέκτασησκοτεινό και στενόχωρο δωμάτιο Βικιλεξικό
- Σαν μπουντρούμι είναι εδώ μέσα, μια τρύπα, χωρίς παράθυρο, μέσα στην υγρασία...
Ετυμολογία
μπουντρούμι (αντιδάνειο) < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική پودروم (bodrum, podrum, υπόγειο) (> τουρκική bodrum) + -ι, και ανύψωση [o > u] από επίδραση του χειλικού [b] < μεσαιωνική ελληνική ἱππόδρομος < ελληνιστική κοινή ἱππόδρομος (διότι ο ιππόδρομος είχε υπόγεια για τα θηρία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουντρούμι | μπουντρούμια |
| Γενική | μπουντρουμιού | μπουντρουμιών |
| Αιτιατική | μπουντρούμι | μπουντρούμια |
| Κλητική | μπουντρούμι | μπουντρούμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →