Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουντρούμι

/buˈdɾu.mi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φυλακή στα υπόγεια ενός κτιρίου αλλά και το ανήλιαγο, πολύ στενόχωρο κελί Βικιλεξικό
    • Απ’ τα μπουντρούμια κι απ’ την εξορία/νέα του κόσμου ξεκινά η ιστορία (Κωνσταντίνος Καβάφης, "Η ώρα φτάνει")
    • Τα μπουντρούμια της ΕΑΤ-ΕΣΑ (χώρος εγκλεισμού και βασανισμού στην περίοδο της δικτατορίας)
  2. κατ’ επέκτασησκοτεινό και στενόχωρο δωμάτιο Βικιλεξικό
    • Σαν μπουντρούμι είναι εδώ μέσα, μια τρύπα, χωρίς παράθυρο, μέσα στην υγρασία...

Ετυμολογία

μπουντρούμι (αντιδάνειο) < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική پودروم (bodrum, podrum, υπόγειο) (> τουρκική bodrum) + -ι, και ανύψωση [o > u] από επίδραση του χειλικού [b] < μεσαιωνική ελληνική ἱππόδρομος < ελληνιστική κοινή ἱππόδρομος (διότι ο ιππόδρομος είχε υπόγεια για τα θηρία)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπουντρούμιμπουντρούμια
Γενικήμπουντρουμιούμπουντρουμιών
Αιτιατικήμπουντρούμιμπουντρούμια
Κλητικήμπουντρούμιμπουντρούμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →