μπουρδελογειτονιά
•
- περιοχή (γειτονιά ή συνοικία) στην οποία λειτουργούν πολλοί οίκοι ανοχής (μπουρδέλα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουρδελογειτονιά < μπουρδέλο + γειτονιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουρδελογειτονια | μπουρδελογειτονιες |
| Γενική | μπουρδελογειτονιας | — |
| Αιτιατική | μπουρδελογειτονια | μπουρδελογειτονιες |
| Κλητική | μπουρδελογειτονια | μπουρδελογειτονιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →