μπουρδουκλώνω
•
- μπερδεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουρδουκλώνω < συμφυρμός των λέξεων μπερδεύω και πεδουκλώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπουρδουκλώνω | μπουρδουκλώνεις | μπουρδουκλώνει | μπουρδουκλώνουμε | μπουρδουκλώνετε | μπουρδουκλώνουν / μπουρδουκλώνουνε |
| Παρατατικός | μπουρδούκλωνα | μπουρδούκλωνες | μπουρδούκλωνε | μπουρδουκλώναμε | μπουρδουκλώνατε | μπουρδουκλώναν / μπουρδουκλώνανε / μπουρδούκλωναν |
| Αόριστος | μπουρδούκλωσα | μπουρδούκλωσες | μπουρδούκλωσε | μπουρδουκλώσαμε | μπουρδουκλώσατε | μπουρδουκλώσαν / μπουρδουκλώσανε / μπουρδούκλωσαν |
| Μέλλοντας | θα μπουρδουκλώνω / θα μπουρδουκλώσω | θα μπουρδουκλώνεις / θα μπουρδουκλώσεις | θα μπουρδουκλώνει / θα μπουρδουκλώσει | θα μπουρδουκλώνουμε / θα μπουρδουκλώσουμε | θα μπουρδουκλώνετε / θα μπουρδουκλώσετε | θα μπουρδουκλώνουν / θα μπουρδουκλώνουνε / θα μπουρδουκλώσουν / θα μπουρδουκλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπουρδουκλώσει | έχεις μπουρδουκλώσει | έχει μπουρδουκλώσει | έχουμε μπουρδουκλώσει | έχετε μπουρδουκλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπουρδουκλώσει | είχες μπουρδουκλώσει | είχε μπουρδουκλώσει | είχαμε μπουρδουκλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπουρδουκλώσει / να μπουρδουκλώνω / να μπουρδουκλώσω | να έχεις μπουρδουκλώσει / να μπουρδουκλώνεις / να μπουρδουκλώσεις | να έχει μπουρδουκλώσει / να μπουρδουκλώνει / να μπουρδουκλώσει | να έχουμε μπουρδουκλώσει / να μπουρδουκλώνουμε / να μπουρδουκλώσουμε | να έχετε μπουρδουκλώσει / να μπουρδουκλώνετε / να μπουρδουκλώσετε | να μπουρδουκλώνουν / να μπουρδουκλώνουνε / να μπουρδουκλώσουν / να μπουρδουκλώσουνε |
| Προστακτική | — | μπουρδούκλωνε / μπουρδούκλωσε | — | — | μπουρδουκλώνετε / μπουρδουκλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →