Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουρζουάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο πλούσιος αστός Βικιλεξικό
    • Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων

Ετυμολογία

μπουρζουάς < (λόγιο δάνειο) γαλλική bourgeois

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπουρζουάςμπουρζουάδες
Γενικήμπουρζουάμπουρζουάδων
Αιτιατικήμπουρζουάμπουρζουάδες
Κλητικήμπουρζουάμπουρζουάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →