μπουρζουάς
•
- ο πλούσιος αστός Βικιλεξικό
- Οι μάγκες αποκαλούν κωλάδικα εκείνα τα άνοστα κέντρα διασκεδάσεως, όπου παίζουν διάφορες βεντέτες του μπουζουκιού. […] Μέσα σε ελάχιστα χρόνια το κωλάδικο επέβη το κατ' εξοχήν κέντρο διασκεδάσεως των κώλων, τουτέστιν των μπουρζουάδων
Ετυμολογία
μπουρζουάς < (λόγιο δάνειο) γαλλική bourgeois
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουρζουάς | μπουρζουάδες |
| Γενική | μπουρζουά | μπουρζουάδων |
| Αιτιατική | μπουρζουά | μπουρζουάδες |
| Κλητική | μπουρζουά | μπουρζουάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →