μπουρλοτιέρης
•
- λαϊκότροποο πυρπολητής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουρλοτιέρης < μπουρλότ(ο) + -ιέρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουρλοτιέρης | μπουρλοτιέρηδες |
| Γενική | μπουρλοτιέρη | μπουρλοτιέρηδων |
| Αιτιατική | μπουρλοτιέρη | μπουρλοτιέρηδες |
| Κλητική | μπουρλοτιέρη | μπουρλοτιέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →