μπουρμπουλήθρα
•
- φυσαλίδα (με χαρακτηριστικό ήχο όταν σκάει) Βικιλεξικό
- κόντεψε να πνιγεί! έβγαζε μπουμπουλήθρες!
- μεταφορικάκοτσάνα, βλακεία αέρας κοπανιστός Βικιλεξικό
- άρχισες πάλι τις μπουρμπουλήθρες σου!
Ετυμολογία
μπουρμπουλήθρα < μπούρμπουλ(ας) (μπάμπουρας) + -ήθρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουρμπουλήθρα | μπουρμπουλήθρες |
| Γενική | μπουρμπουλήθρας | — |
| Αιτιατική | μπουρμπουλήθρα | μπουρμπουλήθρες |
| Κλητική | μπουρμπουλήθρα | μπουρμπουλήθρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →