Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουρμπουλήθρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυσαλίδα (με χαρακτηριστικό ήχο όταν σκάει) Βικιλεξικό
    • κόντεψε να πνιγεί! έβγαζε μπουμπουλήθρες!
  2. μεταφορικάκοτσάνα, βλακεία αέρας κοπανιστός Βικιλεξικό
    • άρχισες πάλι τις μπουρμπουλήθρες σου!

Ετυμολογία

μπουρμπουλήθρα < μπούρμπουλ(ας) (μπάμπουρας) + -ήθρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπουρμπουλήθραμπουρμπουλήθρες
Γενικήμπουρμπουλήθρας—
Αιτιατικήμπουρμπουλήθραμπουρμπουλήθρες
Κλητικήμπουρμπουλήθραμπουρμπουλήθρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →