μπουρού
•
- μεγάλο κοχύλι που βγάζει χαρακτηριστικό ήχο όταν φυσήξουμε στην κόχη του Βικιλεξικό
- παρωχημένοσειρήνα πλοίου ή εργοστασίου Βικιλεξικό
- Όλα τα ζωντανεύει ο γερο-Κωνσταντής, όχι μόνο τα ιστορικά, αλλά και τα ιδιωτικά του καθενός, […] αρχίζει απ’ την Τουρκοκρατία και φτάνει ως την μπουρού της υφαντουργίας του Μουρτζούκου, το προπολεμικό ξυπνητήρι της πόλης, […]
- παρωχημένομεγάλο όστρακο/κοχύλι που χρησιμοποιείται από μικρά σκάφη, π.χ. αλιευτικά, σπογγαλιευτικά κ.ά. ως ναυτικός τηλεβόας Βικιλεξικό
- απ' τους χειμώνες | Άκουγα σφύριζε η μπουρού | κι έβγαιναν οι Γοργόνες
- ανεπίσημοη σάλπιγγα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουρού < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική بورو (σωλήνας, μουσικό κέρας, ανοησίες) < προέλευσης από την πρωτοτουρκική → και δείτε την ετυμολογία στην τουρκική boru. Με τροπή άρθρωσης [o] > [u] λόγω της παρουσίας του χειλικού [b]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουρού | μπουρούδες |
| Γενική | μπουρούς | μπουρούδων |
| Αιτιατική | μπουρού | μπουρούδες |
| Κλητική | μπουρού | μπουρούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →