Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουρού

/buˈɾu/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεγάλο κοχύλι που βγάζει χαρακτηριστικό ήχο όταν φυσήξουμε στην κόχη του Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοσειρήνα πλοίου ή εργοστασίου Βικιλεξικό
    • Όλα τα ζωντανεύει ο γερο-Κωνσταντής, όχι μόνο τα ιστορικά, αλλά και τα ιδιωτικά του καθενός, […] αρχίζει απ’ την Τουρκοκρατία και φτάνει ως την μπουρού της υφαντουργίας του Μουρτζούκου, το προπολεμικό ξυπνητήρι της πόλης, […]
  3. παρωχημένομεγάλο όστρακο/κοχύλι που χρησιμοποιείται από μικρά σκάφη, π.χ. αλιευτικά, σπογγαλιευτικά κ.ά. ως ναυτικός τηλεβόας Βικιλεξικό
    • απ' τους χειμώνες | Άκουγα σφύριζε η μπουρού | κι έβγαιναν οι Γοργόνες
  4. ανεπίσημοη σάλπιγγα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπουρού < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική بورو (σωλήνας, μουσικό κέρας, ανοησίες) < προέλευσης από την πρωτοτουρκική → και δείτε την ετυμολογία στην τουρκική boru. Με τροπή άρθρωσης [o] > [u] λόγω της παρουσίας του χειλικού [b]

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπουρούμπουρούδες
Γενικήμπουρούςμπουρούδων
Αιτιατικήμπουρούμπουρούδες
Κλητικήμπουρούμπουρούδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →