Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουρούχα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μειωτικόγυναίκα άσχημη και όχι πολύ εύστροφη Βικιλεξικό
    • δεν φτάνει που μπλέκει συνέχεια με μπουρούχες, μας τις φέρνει, κιόλας, και μας τις μοστράρει για γκόμενες
  2. μεταφορικάμηχάνημα παλαιάς τεχνολογίας και αργό Βικιλεξικό
    • μ' αυτή τη μπουρούχα που έχουμε δεν προλαβαίνουμε να τα φτιάξουμε όλα σε μια βδομάδα
  3. κατ’ επέκτασηοτιδήποτε αργό, παλαιάς τεχνολογίας ή χαλασμένο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπουρούχα < (άμεσο δάνειο) ισπανική bruja (μάγισσα, άσχημη γυναίκα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπουρούχαμπουρούχες
Γενικήμπουρούχαςμπουρούχων
Αιτιατικήμπουρούχαμπουρούχες
Κλητικήμπουρούχαμπουρούχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →