μπουρούχα
•
- μειωτικόγυναίκα άσχημη και όχι πολύ εύστροφη Βικιλεξικό
- δεν φτάνει που μπλέκει συνέχεια με μπουρούχες, μας τις φέρνει, κιόλας, και μας τις μοστράρει για γκόμενες
- μεταφορικάμηχάνημα παλαιάς τεχνολογίας και αργό Βικιλεξικό
- μ' αυτή τη μπουρούχα που έχουμε δεν προλαβαίνουμε να τα φτιάξουμε όλα σε μια βδομάδα
- κατ’ επέκτασηοτιδήποτε αργό, παλαιάς τεχνολογίας ή χαλασμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουρούχα < (άμεσο δάνειο) ισπανική bruja (μάγισσα, άσχημη γυναίκα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουρούχα | μπουρούχες |
| Γενική | μπουρούχας | μπουρούχων |
| Αιτιατική | μπουρούχα | μπουρούχες |
| Κλητική | μπουρούχα | μπουρούχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →