μπουτίκ
•
- μικρό κατάστημα ειδών πολυτελείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουτίκ < (άμεσο δάνειο) γαλλική boutique < παλαιά οξιτανική botica < λατινική apotheca < αρχαία ελληνική ἀποθήκη (αντιδάνειο)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →