μπουφετζού
•
- προφορικόθηλυκό του μπουφετζής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουφετζού < μπουφετζ(ής) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουφετζού | μπουφετζούδες |
| Γενική | μπουφετζούς | μπουφετζούδων |
| Αιτιατική | μπουφετζού | μπουφετζούδες |
| Κλητική | μπουφετζού | μπουφετζούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →