μπουφόνικος
•
- χαρακτηρισμός θεατρικού έργου ή ρόλου που έχει μοναδικό σκοπό να προκαλέσει γέλιο Βικιλεξικό
- υπερβολικά αστείος, κωμικός, γελοίος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουφόνικος < μπουφόν(ος) + κατάληξη -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουφόνικος | μπουφόνικη | μπουφόνικο |
| Γενική | μπουφόνικου | μπουφόνικης | μπουφόνικου |
| Αιτιατική | μπουφόνικο | μπουφόνικη | μπουφόνικο |
| Κλητική | μπουφόνικε | μπουφόνικη | μπουφόνικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουφόνικοι | μπουφόνικες | μπουφόνικα |
| Γενική | μπουφόνικων | μπουφόνικων | μπουφόνικων |
| Αιτιατική | μπουφόνικους | μπουφόνικες | μπουφόνικα |
| Κλητική | μπουφόνικοι | μπουφόνικες | μπουφόνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →