Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουφόνικος

/buˈfo.ni.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χαρακτηρισμός θεατρικού έργου ή ρόλου που έχει μοναδικό σκοπό να προκαλέσει γέλιο Βικιλεξικό
  2. υπερβολικά αστείος, κωμικός, γελοίος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπουφόνικος < μπουφόν(ος) + κατάληξη -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπουφόνικοςμπουφόνικημπουφόνικο
Γενικήμπουφόνικουμπουφόνικηςμπουφόνικου
Αιτιατικήμπουφόνικομπουφόνικημπουφόνικο
Κλητικήμπουφόνικεμπουφόνικημπουφόνικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπουφόνικοιμπουφόνικεςμπουφόνικα
Γενικήμπουφόνικωνμπουφόνικωνμπουφόνικων
Αιτιατικήμπουφόνικουςμπουφόνικεςμπουφόνικα
Κλητικήμπουφόνικοιμπουφόνικεςμπουφόνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →