μπουχέσας
•
- μειωτικόάτομο που φοβάται εύκολα και οπισθοχωρεί, όταν βρεθεί αντιμέτωπος με δυσκολίες Βικιλεξικό
- μειωτικόπου είναι νωθρός και χοντρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπουχέσας < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπουχέσας | μπουχέσες |
| Γενική | μπουχέσα | — |
| Αιτιατική | μπουχέσα | μπουχέσες |
| Κλητική | μπουχέσα | μπουχέσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →