Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουχαροποδιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υφαντό που κρεμιόταν μπροστά από το καμπύλο τμήμα πάνω από το τζάκι Βικιλεξικό
    • Ύστερα σηκώθηκε, ξαναγύρισε στο σκαμνί και χάιδεψε με τα δάχτυλα το όμορφο υφαντό που ήταν τυλιγμένο σαν ποδιά γύρω από τη λευκή καμινάδα. Ήταν η τελευταία μπουχαροποδιά που είχε υφάνει η μητέρα της. (Richard Romanus, Χρυσαλλίς, πρωτότυπος τίτλος Matoula’s Echo, μεταφράστρια Χλόη Ιωαννίδου, 2011 https://www.armidabooks.com/book/chrysallis/)
    • Στο κέντρο του μετσοβίτικου σπιτιού δεσπόζει το τζάκι (μπουχαρές), με την μπουχαροποδιά να καλύπτει οριζόντια το μπροστινό καμπύλο τμήμα της καπνοδόχου του (Νάντια Μαχά-Μπιζούμη, Οι πολλαπλές όψεις της υλικότητας των παραδοσιακών υφαντών, σελ. 62 https://eclass.hua.gr/modules/document/file.php/UNI145/%CE%9D%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%99%CE%91%20%CE%9C%CE%91%CE%A7%CE%91%2C%20%CE%9B%CE%91%CE%9F%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%99%CE%91%20%CE%A5%CE%A6%CE%91%CE%9D%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%97%CE%A3.pdf)
    • Ἡ μεγάλη κεντητὴ κασέλα μὲ τὸ σεντονιαρισμένο πάπλωμα, τὰ μπάσια τὰ χαμηλὰ μὲ τὶς μαξιλάρες ὁλόγυρα καὶ τὰ κιλίμια, ἡ μπουχαροποδιά χιονάτη μὲ περίγυρο πλεχτὴ δαντέλα μὲ τὸ βελονάκι. (Ερμηνεία Φωτιάδου, Η Αλβανία σήμερα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 15 https://exploral.eu/explore/uploads/balkaneana/pdfs/566e7c3654bff.pdf)

Ετυμολογία

μπουχαροποδιά < μπουχαρ(ί) + -ο- + ποδιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπουχαροποδιάμπουχαροποδιές
Γενικήμπουχαροποδιάςμπουχαροποδιών
Αιτιατικήμπουχαροποδιάμπουχαροποδιές
Κλητικήμπουχαροποδιάμπουχαροποδιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →