μπουχτίζω
•
- νιώθω κορεσμό και δεν θέλω άλλο Βικιλεξικό
- το μπούχτισα το κρέας, ας φάμε και κανένα λαχανικό
- δυσφορώ από κάτι που συνεχίζεται, βαριέμαι Βικιλεξικό
- μπούχτισα πια όλο κουβέντα, κουβέντα
Ετυμολογία
μπουχτίζω < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική بیقمق (τουρκική bıkmak) στον αόριστο bıktım
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπουχτίζω | μπουχτίζεις | μπουχτίζει | μπουχτίζουμε | μπουχτίζετε | μπουχτίζουν / μπουχτίζουνε |
| Παρατατικός | μπούχτιζα | μπούχτιζες | μπούχτιζε | μπουχτίζαμε | μπουχτίζατε | μπουχτίζαν / μπουχτίζανε / μπούχτιζαν |
| Αόριστος | μπούχτισα | μπούχτισες | μπούχτισε | μπουχτίσαμε | μπουχτίσατε | μπουχτίσαν / μπουχτίσανε / μπούχτισαν |
| Μέλλοντας | θα μπουχτίζω / θα μπουχτίσω | θα μπουχτίζεις / θα μπουχτίσεις | θα μπουχτίζει / θα μπουχτίσει | θα μπουχτίζουμε / θα μπουχτίσουμε | θα μπουχτίζετε / θα μπουχτίσετε | θα μπουχτίζουν / θα μπουχτίζουνε / θα μπουχτίσουν / θα μπουχτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπουχτίσει | έχεις μπουχτίσει | έχει μπουχτίσει | έχουμε μπουχτίσει | έχετε μπουχτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπουχτίσει | είχες μπουχτίσει | είχε μπουχτίσει | είχαμε μπουχτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπουχτίσει / να μπουχτίζω / να μπουχτίσω | να έχεις μπουχτίσει / να μπουχτίζεις / να μπουχτίσεις | να έχει μπουχτίσει / να μπουχτίζει / να μπουχτίσει | να έχουμε μπουχτίσει / να μπουχτίζουμε / να μπουχτίσουμε | να έχετε μπουχτίσει / να μπουχτίζετε / να μπουχτίσετε | να μπουχτίζουν / να μπουχτίζουνε / να μπουχτίσουν / να μπουχτίσουνε |
| Προστακτική | — | μπούχτιζε / μπούχτισε | — | — | μπουχτίζετε / μπουχτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →