Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουχτίζω

ρήμα
•
  1. νιώθω κορεσμό και δεν θέλω άλλο Βικιλεξικό
    • το μπούχτισα το κρέας, ας φάμε και κανένα λαχανικό
  2. δυσφορώ από κάτι που συνεχίζεται, βαριέμαι Βικιλεξικό
    • μπούχτισα πια όλο κουβέντα, κουβέντα

Ετυμολογία

μπουχτίζω < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική بیقمق (τουρκική bıkmak) στον αόριστο bıktım

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμπουχτίζωμπουχτίζειςμπουχτίζειμπουχτίζουμεμπουχτίζετεμπουχτίζουν / μπουχτίζουνε
Παρατατικόςμπούχτιζαμπούχτιζεςμπούχτιζεμπουχτίζαμεμπουχτίζατεμπουχτίζαν / μπουχτίζανε / μπούχτιζαν
Αόριστοςμπούχτισαμπούχτισεςμπούχτισεμπουχτίσαμεμπουχτίσατεμπουχτίσαν / μπουχτίσανε / μπούχτισαν
Μέλλονταςθα μπουχτίζω / θα μπουχτίσωθα μπουχτίζεις / θα μπουχτίσειςθα μπουχτίζει / θα μπουχτίσειθα μπουχτίζουμε / θα μπουχτίσουμεθα μπουχτίζετε / θα μπουχτίσετεθα μπουχτίζουν / θα μπουχτίζουνε / θα μπουχτίσουν / θα μπουχτίσουνε
Παρακείμενοςέχω μπουχτίσειέχεις μπουχτίσειέχει μπουχτίσειέχουμε μπουχτίσειέχετε μπουχτίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μπουχτίσειείχες μπουχτίσειείχε μπουχτίσειείχαμε μπουχτίσει——
Υποτακτικήνα έχω μπουχτίσει / να μπουχτίζω / να μπουχτίσωνα έχεις μπουχτίσει / να μπουχτίζεις / να μπουχτίσειςνα έχει μπουχτίσει / να μπουχτίζει / να μπουχτίσεινα έχουμε μπουχτίσει / να μπουχτίζουμε / να μπουχτίσουμενα έχετε μπουχτίσει / να μπουχτίζετε / να μπουχτίσετενα μπουχτίζουν / να μπουχτίζουνε / να μπουχτίσουν / να μπουχτίσουνε
Προστακτική—μπούχτιζε / μπούχτισε——μπουχτίζετε / μπουχτίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →