Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπουχός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποκουρνιαχτός σκόνης Βικιλεξικό
    • Δίνει βιτσιά του μαύρου της κ' εκείνος χλιμιντρίζει, | Του ξαναδίνει κι' άλλη μια που τον αέρα σχίζει, | Μαύρος μπουχός ̓σηκώθηκε, σὰν σίγνεφο διαβαίνει, | Καὶ μίλια σαν τον ̓πέρασε, στέκει καὶ τὸν προσμένει (Μαριέττα Μπέτσου, Η Μάγισσα, στο Αττικόν Ημερολόγιον του έτους 1881, Ἀθήνησιν, εκ του τυπογραφείου της Κορίννης, 1880, σελ. 445)
  2. λαϊκότροποσυγκέντρωση υδρατμών Βικιλεξικό
  3. όταν κάποιος φεύγει γρήγορα, εξαφανίζεται (υπονοείται «τόσο γρήγορα που μένει μόνο σκόνη») Βικιλεξικό
    • Σταυροκοπιοῦνται μέ τρομάρα πολλή, ἀρχινάει τά ξόρκια ὁ παπᾶς, καί τό σκυλί γένεται ἄνεμος κ' ἔσβυσε, γένεται μπουχός κ' ἐχάθη. (Κωστής Πασσαγιάννης, Βρυκόλακας, Παρνασσός Φιλολογικό Περιοδικό, τόμος 16, 1894, σελ. 843)
    • Είπαμε: ορμάς, βουτάς, κάνω ότι σε πυροβολώ, γίνεσαι και βρισκόμαστε μετά για τη μοιρασιά. Δεν είναι τόσο απλό και το ξέρεις. Πρέπει να έχω μια δικαιολογημένη απουσία από το γραφείο, να έχω ένα άλλοθι και, προπάντων, να γίνω μπουχός, όπως είπες, χωρίς να με πιάσουν (Πέτρος Μαρτινίδης, Σε περίπτωση πυρκαϊάς, εκδ. Νεφέλη, 1999 , σελ. 59)

Ετυμολογία

μπουχός < αρωμουνική puho (σκόνη) < σλαβικής προέλευσης puh

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπουχόςμπουχοί
Γενικήμπουχούμπουχών
Αιτιατικήμπουχόμπουχούς
Κλητικήμπουχέμπουχοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →