μποϊκοτάζ
•
- οικονομίαοικονομικός αποκλεισμός ενός ατόμου, μιας εταιρείας ή μιας χώρας ως μορφή διαμαρτυρίας, αποδοκιμασίας κι εναντίωσης στη συμπεριφορά ή τις θέσεις τους Βικιλεξικό
- Την επιβολή μποϊκοτάζ στα γερμανικά και ολλανδικά προϊόντα ζητεί από τους Έλληνες καταναλωτές το Ινστιτούτο Καταναλωτή της χώρας, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη στάση των δύο κυβερνήσεων έναντι της κρίσης χρέους στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΚΑ, το 2010 οι εισαγωγές γερμανικών προϊόντων στη χώρα ανήλθαν σε 6 δισ. ευρώ. (*)
- κατ’ επέκτασηάρνηση συμμετοχής σε μία διαδικασία, προκειμένου να ματαιωθεί ή να ασκηθεί πίεση Βικιλεξικό
- οι Αμερικανοί έκαναν μποϊκοτάζ στους Ολυμπιακούς της Μόσχας
Ετυμολογία
μποϊκοτάζ < απροσάρμοστο (λόγιο δάνειο) γαλλική boycottage < αγγλική boycott + -age (-άζ) < Τσαρλς Μπόικοτ (Boycott) :: Από το επώνυμο του άγγλου γαιοκτήμονα Charles Cunningham Boycott, ο οποίος ενοικίαζε γη στην Ιρλανδία και το 1880 αποκλείστηκε από την κοινωνία, όταν αρνήθηκε να μειώσει τα μισθωτήρια και οι καλλιεργητές αρνήθηκαν να εργαστούν γι' αυτόν.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →