Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπούγιο

/ˈbu.ʝo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεγάλος όγκος, συνήθως ανθρώπων, συνωστισμός Βικιλεξικό
    • η διαδήλωση ήταν ένα μπούγιο ανθρώπων
  2. μεταφορικάκάτι που γίνεται για εντυπωσιασμό Βικιλεξικό
    • φέρε και τους φίλους σου για μπούγιο
    • Από κει έμπαινε κ' έβγαινε το εμπόρευμα, χωρίς μπούγιο και φασαρία, σα να γινόταν λαθρεμπόριο. (Δημήτρης Χατζής, Σαμπεθάι Καμπιλής (Το τέλος της μικρής μας πόλης)
    • έκφραση: κάνω μπούγιο
  3. μεταφορικάκάτι που γίνεται για πλάκα, για διασκέδαση Βικιλεξικό
  4. αναβρασμός, αναστάτωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπούγιο < πιθανόν (άμεσο δάνειο) ιταλική buio (σκοτάδι, σύγχυση) < λατινική burrus < αρχαία ελληνική πυρρός (σκουροκόκκινος) (πιθανό αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπούγιο—
Γενικήμπούγιου—
Αιτιατικήμπούγιο—
Κλητικήμπούγιο—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →