μπούγιο
•
- μεγάλος όγκος, συνήθως ανθρώπων, συνωστισμός Βικιλεξικό
- η διαδήλωση ήταν ένα μπούγιο ανθρώπων
- μεταφορικάκάτι που γίνεται για εντυπωσιασμό Βικιλεξικό
- φέρε και τους φίλους σου για μπούγιο
- Από κει έμπαινε κ' έβγαινε το εμπόρευμα, χωρίς μπούγιο και φασαρία, σα να γινόταν λαθρεμπόριο. (Δημήτρης Χατζής, Σαμπεθάι Καμπιλής (Το τέλος της μικρής μας πόλης)
- έκφραση: κάνω μπούγιο
- μεταφορικάκάτι που γίνεται για πλάκα, για διασκέδαση Βικιλεξικό
- αναβρασμός, αναστάτωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπούγιο < πιθανόν (άμεσο δάνειο) ιταλική buio (σκοτάδι, σύγχυση) < λατινική burrus < αρχαία ελληνική πυρρός (σκουροκόκκινος) (πιθανό αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπούγιο | — |
| Γενική | μπούγιου | — |
| Αιτιατική | μπούγιο | — |
| Κλητική | μπούγιο | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →