Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπούσι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. άλλη γραφή του πούσι: αχλή, καταχνιά, ομίχλη Βικιλεξικό
    • έχει σηκωθή, κι ενα πρωτοφανές μπούσι απλώνεται στις θέσεις μας. Κατεβαίνει από τις εχθρικές προφυλακές, προς την κοιλάδα μας, σαν να ήτανε αέρια τεχνητά. Πίσω απ' αυτό, δεν βλέπεις τίποτα. Παράξενος καιρός. (Οπλίτες στο Αλβανικό Μέτωπο: ημερολογιακές σημειώσεις, 1940-41, Δημήτρης Λουκάτος, Εκδ. Ποταμός, 2001 σελ. 249)
  2. ελληνοαμερικανικάτο λεωφορείο Βικιλεξικό
    • Το μπούσι 85 κατεβαίνει τα Παρκαβενέικα.
    • τον Καβάφη γνώρισα εδώ και ένα μήνα κατά ένα πολύ απροσδόκητο (είναι η κυριολεξία) τρόπο, ένα μεσημέρι κατά τη 1 1/2 μέσα στο μπούσι που μ' έφερνε στο Μαρούσι (Βασίλης Γεωργιάδης, Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Ταξίδι στο πάθος, Εκδ. Προσκήνιο, 2000, σελ. 224 απόσπασμα@books.google)

Ετυμολογία

μπούσι < πούσι {• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπούσιμπούσια
Γενική——
Αιτιατικήμπούσιμπούσια
Κλητικήμπούσιμπούσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →