μπούσουλας
•
- ναυτικός όροςη πυξίδα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτό που καθοδηγεί, που προσφέρει προσανατολισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπούσουλας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπούσουλας < μπούσουλα (θηλυκό) < ιταλική bussola < υστερολατινική buxida < αρχαία ελληνική πυξίς (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπούσουλας | μπούσουλες |
| Γενική | μπούσουλα | — |
| Αιτιατική | μπούσουλα | μπούσουλες |
| Κλητική | μπούσουλα | μπούσουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →