μπούστο
•
- ανατομίατο μέρος του σώματος από τη μέση (ή το στήθος) ως τον λαιμό και τους ώμους Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάείδος (γυναικείου) ενδύματος που καλύπτει (σφιχτά) το μπούστο (1) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηάγαλμα που παριστάνει έναν άνθρωπο από την κεφαλή ως τη μέση (ή ως το στήθος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπούστο < (άμεσο δάνειο) ιταλική busto < λατινική bustum
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπούστο | μπούστα |
| Γενική | μπούστου | μπούστων |
| Αιτιατική | μπούστο | μπούστα |
| Κλητική | μπούστο | μπούστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →