μπούχτισμα
•
- ο κορεσμός, το παραγέμισμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αηδία που προκαλείται από κάποια μονότονη πράξη που διαρκεί υπερβολικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπούχτισμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπούχτισμα | μπουχτίσματα |
| Γενική | μπουχτίσματος | μπουχτισμάτων |
| Αιτιατική | μπούχτισμα | μπουχτίσματα |
| Κλητική | μπούχτισμα | μπουχτίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →