Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπρέξιτ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νεολογισμόςη έξοδος της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπρέξιτ < αγγλική Brexit < Britain + exit (κατ’ αναλογία σχηματίστηκε και το Grexit)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →