μπραβιλίκι
•
- εξαναγκασμός Βικιλεξικό
- άνομη βία Βικιλεξικό
- παροχή προστασίας είτε α. από άνομη ομάδα την οποία το αφεντικό (ή ο πελάτης εάν απευθυνθεί σε "εταιρεία" προστατών, εταιρεία security χωρίς χαρτιά ή που χρησιμοποιεί όπλα και παραβιάζει την νομοθεσία) ηθελημένα ορίζει είτε β. χωρίς το θύμα να έχει δικαίωμα απόρριψης της προστασίας (στην εξαναγκασμένη προστασία συχνά απλώς το θύμα πληρώνει χωρίς να υπάρχει ουσιώδης προστασία όμως αυτό δεν είναι απόλυτο) Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο μπούλινγκ σε συμμαθητές• συνήθως το λέμε για το οργανωμένο-δικτυωμένο και τακτικό μπούλινγκ Βικιλεξικό
- μπραβιλίκι επίσης λέμε το μπούλινγκ που προξενεί (επιφέρει - προκαλεί) σωματικές βλάβες
- εάν σε σχολικό εκφοβισμό προκύψει πληρωμή για πράξη βίας, τότε η λέξη μπραβιλίκι είναι κυριολεκτική (νομικώς έχει τεράστια σημασία)
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπραβιλίκι | μπραβιλίκια |
| Γενική | μπραβιλικιού | μπραβιλικιών |
| Αιτιατική | μπραβιλίκι | μπραβιλίκια |
| Κλητική | μπραβιλίκι | μπραβιλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →