Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπρατσωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. προφορικόο μπρατσαράς δηλαδή εκείνος ο οποίος έχει χοντρά και δυνατά μπράτσα Βικιλεξικό
    • Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]
    • […] Οι μπρατσωμένοι αδελφοί Γαλανόπουλοι, βαρύτονοι της χορωδίας, αναλαμβάνουν να μεταφέρουν τον τενόρο στο σπίτι του.
    • Ήταν πολύ ψηλοί και εντυπωσιακά καλλίγραμμοι - ευρύστερνοι και μπρατσωμένοι οι άντρες, με μέση δαχτυλίδι και στήθος που θα τρύπαγε, λες, τα κουρέλια τους οι γυναίκες. Το χρώμα του δέρματός τους σε απωθούσε μοναχά - ένα δυσοίωνο σταχτί, όπως εκείνο που παίρνει ο άνθρωπος αφού πεθάνει ...

Ετυμολογία

μπρατσωμένος < μπράτσ(ο) + κατάληξη μετοχών -ωμένος

Άλλοι τύποι

μπρατσωμέναμπρατσωμένεμπρατσωμένεςμπρατσωμένημπρατσωμένηςμπρατσωμένομπρατσωμένοιμπρατσωμένοςμπρατσωμένουμπρατσωμένουςμπρατσωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →