μπρατσόλι
•
- ναυπηγικός όροςδιάφορα τμήματα σκάφους σε σχήμα (αμβλείας) γωνίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο μέρος του επίπλου για την στήριξη του μπράτσου σε καναπέ ή πολυθρόνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπρατσόλι < βενετική brazzoli < brazzo / ιταλικά braccio < λατινική brachium / bracchium < αρχαία ελληνική βραχίων (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπρατσόλι | μπρατσόλια |
| Γενική | μπρατσολιού | μπρατσολιών |
| Αιτιατική | μπρατσόλι | μπρατσόλια |
| Κλητική | μπρατσόλι | μπρατσόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →